Η Γραμμή Μεταξά

Η ΓΡΑΜΜΗ ΜΕΤΑΞΑ
Γραμμή Μεταξά ονομάζεται η περίφημη σειρά οχυρωματικών έργων, υπόγειων και επίγειων, κατά μήκος των ελληνοβουλγαρικών συνόρων που κατασκευάστηκαν με σκοπό την άμυνα Ελλάδας σε περίπτωση εχθρικής εισβολής. Αποτελεί το μεγαλύτερο ελληνικό οχυρωματικό έργο στην νεότερη ιστορία, ανώτερη της γαλλικής γραμμής «Μαζικό» και εφάμιλλη της γερμανικής «Ζίγκφριντ». Πρόκειται για 21 Οχυρά που εκτείνονται από όγκο της Κερκίνης (Μπέλες) μέχρι το Νέστο ποταμό καθ’ όλο το μήκος των βορείων ελληνικών συνόρων. Τα οχυρά αυτά είχαν κατασκευασθεί με μεγάλη μυστικότητα αποκλειστικά από ελληνικά χέρια και με τα πιο μοντέρνα υλικά εκείνης της εποχής.

Η περιοχή της «Γραμμής Μεταξά» που έλαβε το όνομα της από τον τότε πρωθυπουργό και υπουργό εθνικής Άμυνας της Ελλάδας Ιωάννη Μεταξά, αποτέλεσε τον κύριο προμαχώνα της Ελλάδας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί δόθηκε ο κύριος αγώνας εναντίον των Γερμανών, ο οποίος έμεινε γνωστός με το όνομα «Μάχη των Οχυρών».

Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ

Το 1935 όταν άρχισε να διαφαίνεται έντονα ο κίνδυνος ενός νέου πολέμου, συστάθηκε επιτροπή στις 2 Αυγούστου προκειμένου να υποβάλλει μελέτη οχυρωματικών έργων προκάλυψης σε αμυντικές επιχειρήσεις. Την υλοποίηση του μεγαλόπνοου αυτού σχεδίου ανέλαβε η Διοίκηση Φρουρίου Θεσσαλονίκης. Η επιτροπή είχε ως επικεφαλής τον Συνταγματάρχη του Μηχανικού Ιωάννη Στρίμπερ και ονομάστηκε Επιτροπή Μελετών Οχυρώσεων (ΕΜΟ). Ως έργο της είχε τον καθορισμό της προτιμητέας μορφής οχυρώσεων στην ζώνη προκαλύψεως, τη γραμμή χάραξης των έργων, τον ορισμό της απαιτούμενης δαπάνης και της οργάνωση των εργασιών. Σε αυτήν συμμετείχαν τοπογράφοι, γεωγράφοι, μηχανικοί, αρχιτέκτονες άλλες στρατιωτικές μονάδες, όπως το Μηχανικό, αλλά και φορείς, όπως το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, πολλές βιομηχανίες Αθήνα και του Πειραιά (π.χ. οι εταιρίες του Γαβαλά, του Τριανταφυλλίδη κ.ά.). Οι στρατιωτικοί και οι ιδιώτες που συμμετείχαν ήταν όλοι τους κορυφαίοι στις ειδικότητες τους.

Η Επιτροπή υπό την πίεση του χρόνου ολοκλήρωσε την επιλογή των σημείων της κατασκευής οχυρών και όλων απαραίτητων άλλων έργων και υπέβαλε σχετική έκθεση προτάσεων στο Υπουργείο Άμυνας. Μετά από συσκέψεις αποφασίσθηκε η ζώνη κατασκευής του έργου η οποία ξεκινούσε από την Ανατολική Μακεδονία (όρος Μπέλες) μέχρι την Κομοτηνή καλύπτοντας τμηματικά μήκος περίπου 300 χλμ, χωρίς να περιλαμβάνονται σ’ αυτήν οι επεκτάσεις αντιαρματικών ζωνών και άλλων συμπληρωματικών οχυρώσεων που έφθαναν μέχρι τον Έβρο.

Κύριος σκοπός της κατασκευής της οχυρωματικής αυτής γραμμής δεν ήταν η συνεχής παθητική άμυνα, αλλά η απόκρουση μιας αιφνίδιας εχθρικής προσβολής με παράλληλη εξασφάλιση προκάλυψης τμημάτων στρατού εκστρατεία.

Η άμεση απόκρουση οποιασδήποτε αιφνίδια εχθρικής εισβολής
Η εξασφάλιση τη απρόσκοπτης επιστράτευσης εκ των παραμεθορίων πληθυσμών
Η εξασφάλιση ταχείας συγκέντρωση στρατού στην παραμεθόριο περιοχή.
Η εξασφάλιση εκ μέρους των στρατευμάτων προκάλυψης ορισμένης γραμμής υπέρ του στρατού εκστρατείας

Η επιτροπή κατέληξε στην κατασκευή περίκλειστων αμυντικών συγκροτημάτων και άλλων έργων που θα τα πλαισίωναν. Ακολουθήθηκε το μοντέλο οχύρωσης της γαλλικής γραμμής «Μαζινό» καθώς ο γαλλικός στρατός του Μεσοπολέμου θεωρείτο ο πιο σύγχρονος της εποχής. Τη γαλλική αμυντική γραμμή επισκέφτηκαν επιτροπές Ελλήνων αξιωματικών οι οποίοι υιοθέτησαν κάποια στοιχεία. Τα περισσότερα στοιχεία των ελληνικών αμυντικών έργων ήταν μοναδικά.

Συγκεκριμένα η Επιτροπή Μελετών ανέφερε στην έκθεσή της σχετικά:

«Δεν αποκλείεται σε κάποιους τομείς (της οχυρωτικής γραμμής) να πρόκειται να αμυνθούν οι κύριες δυνάμεις εκστρατείας, επί της τοποθεσίας των έργων, τα οποία θα μελετηθούν επιπρόσθετα τα οποία πιθανόν αν και επαρκή για τις ανάγκες της κάλυψης να μην είναι επαρκή για τις θέσεις αντίστασης όλης της Στρατιάς. Η επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούν ν’ ασχοληθεί με την εξέταση και της περίπτωσης αυτής. Στη Διοίκηση εναπόκειται να καθορίσει ποια σημεία θα είναι τα σημεία αυτά και αν θα πρέπει εκεί να κατασκευαστούν περισσότερα ή ισχυρότερα έργα».

Εκ της περικοπής αυτής συνάγεται καθαρά το συμπέρασμα ότι όλο το έργο είχε προσωρινό αμυντικό και μόνο, χαρακτήρα.

Το 1936 τερματίστηκαν οι εργασίες της επιτροπή για τα οχυρά Ρούπελ, Καρατάς Μαλιάγκα, Περιθώρι, Λίσσε και Πυραμιδοειδές και δόθηκε εντολή για άμεση εκκίνηση των εργασιών κατασκευής. Οι εργασίες άρχισαν στην Κερκίνη το 1936. Μέσα στην ίδια χρονιά την αρχηγία του ΓΕΣ ανέλαβε Αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, ο οποίος έκανε σημαντικές προσθήκες και τροποποιήσεις στον αρχικό σχεδιασμό. Το Μάιος του 1937 η ΚΕΟ εργαζόταν στην παραμεθόριο βορείως της Δράμα και στη μελέτη αντιαρματικής τοποθεσίας μεταξύ των Οχυρών Περιθώρι Λίσσε.

Τα έργα εκτελέστηκαν με τη διαδικασία της εργολαβίας από το 1936 έως το 1938 δεδομένου ότι δεν υπήρχε δυνατότητα διαχείριση τους από τη δημόσια διοίκηση.

Για την επίβλεψή τους διετέθη ένας αξιωματικός Μηχανικού, ένας απόστρατος αξιωματικός ή πολιτικός μηχανικός και επιστάτες διαφόρων ειδικοτήτων, καθώς και οπλίτες με αξιωματικό για τη διασφάλιση της ασφάλειας.

ΥΛΙΚΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Η οχυρωματική γραμμή αποτελείτο κυρίως από υπόγειες σήραγγες που περιλάμβαναν επιμέρους επίγεια οχυρά συγκροτήματα, με παρατηρητήρια, πυροβολεία, πολυβολεία κ.λπ., καθώς και μία τεράστια ανάπτυξη αντιαρματικών τάφρων, χαρακωμάτων, ζωνών αντιαρματικών σιδηροκραμάτων και σκυροδέματος, διπλές και τριπλές γραμμές ανάσχεσης, που στο σύνολο τους για την εποχή του και με τα τότε ελληνικά δεδομένα αποτέλεσε ένα τιτάνιο έργο.

Εκτός από τα συγκροτήματα των οχυρών απαιτήθηκαν και η διάνοιξη νέων οδών που συνέδεαν τα οχυρά με τις πόλεις της Μακεδονίας αλλά και μεταξύ τους, η επισκευή παλαιών δρόμων, γεφυρών και έργων στήριξης, καθώς και μεγάλης κλίμακας εκσκαφές διαφόρων τύπων. Επίσης, έγιναν λιμενικές εγκαταστάσεις που βοηθούσαν στη μεταφορά υλικών και προσωπικού προς τις οχυρές θέσεις. Τα έργα αυτά δεν βελτίωσαν μόνο την πολεμική προετοιμασία, πρόσφεραν και δυνατότητες ανάπτυξης των ευρύτερων περιοχών τις επόμενες δεκαετίες.

Το κάθε οχυρό αποτελούσε στο σύνολο του ένα περίκλειστο έργο από ένα ή περισσότερα στεγανά συγκροτήματα, ικανό να αμυνθεί προς κάθε κατεύθυνση. Αποτελούνταν από σκέπαστρα, πυροβολεία, ολμοβολεία, βομβιδοβολεία, παρατηρητήρια, έργα παραλλαγής και παραπλάνησης, πολλαπλές εισόδους και εξόδους. Οι υπόγειες εγκαταστάσεις κάθε οχυρού περιλάμβαναν διοικητήριο, θαλάμους αξιωματικών, θαλάμους οπλιτών, θάλαμο αεριοπλήκτων, τηλεφωνικό κέντρο, μαγειρείο, δεξαμενές νερού, χώρους υγιεινής, αποθήκες τροφίμων (για 15 μέρες), χειρουργείο, φαρμακείο, συστήματα αερισμού, φωτισμού (γεννήτριες, λάμπες πετρελαίου, φακούς κ.α.), αποχέτευση, εξωτερικές θέσεις μάχης, αντιαρματικά κωλύματα, θέσεις αντιαεροπορικών όπλων κ.ά.

Οι κατασκευές αυτές ήταν ιδιαίτερα ανθεκτικές, ενώ κάποιες εξ αυτών συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα. Η εκσκαφή απαιτούσε μεγάλη ακρίβεια χάραξης των διάφορων στοών οριζόντια και χωροσταθμικά. Γι’ αυτό το λόγο καταρτιζόταν λεπτομερειακό χωροσταθμικό σχεδιάγραμμα της διάταξης των υπόγειων χώρων σε κλίμακα 1:200. Η υπόγεια εκσκαφή κατευθυνόταν με ταχύμετρο, ενώ οι στοές υποστυλώνονταν με ξυλοδεσιές από ακατέργαστη ξυλεία.

Το τσιμέντο ήταν ειδικό αντοχής 625 χιλιογράμμων ανά τετραγωνικό εκατοστό και παράχθηκε με ειδική παραγγελία από ελληνικές βιομηχανίες στα εργοστάσια ΤΙΤΑΝ. Στο μπετόν αυτό εφαρμόστηκαν μηχανικά μέσα, χρησιμοποιήθηκαν δηλαδή μπετονιέρες και δονητές που δεν ήταν τότε διαδεδομένα. Τα σκύρα προέρχονταν από υγιή πετρώματα κυρίως ασβεστολιθικά, χαλίκια ποταμών, ενώ χρησιμοποιήθηκαν άμμος από ρέματα ή ποτάμια, αλλά και από λατομεία, καθώς και ο κανονικός σίδηρος. Προκειμένου να αυξήσουν τη στεγανότητα και ανθεκτικότητα του υλικού στα υπόγεια έργα, έκαναν χρήση θηραϊκής γης σε αναλογία 50 χλγμ. ανά κυβικό σκυροδέματος.

Το εσωτερικό των οχυρών φωτιζόταν, κυρίως, με λάμπες πετρελαίου, ενώ σε μερικά είχαν εγκατασταθεί και ηλεκτρογεννήτριες. Ο εξαερισμός τους επιτυγχανόταν τόσο με τεχνητές όσο και φυσικές μεθόδους. Εγκαταστάθηκαν μηχανοκίνητοι ανεμιστήρες σε κεντρικό μηχανοστάσιο, ενώ με ειδικό φρέαρ γινόταν ο αερισμός σε περίπτωση μολύνσεως από αέρια. Η δε παροχή νερού γινόταν από το δημόσιο δίκτυο. Για την επικοινωνία των Οχυρών εγκαταστάθηκε υπόγειο και εναέριο τηλεφωνικό δίκτυο.

Οι θύρες των Οχυρών ήταν από πραγματικό χάλυβα πάχους 50 χιλ.

Το οχυρό Ρούπελ είναι ένα από τα μεγαλύτερα από τα 21 οχυρά. Καλύπτει τα 6,1 από τα 155 χλμ. της γραμμής και κατασκευάστηκε σε ύψος 322 μ. Οι οχυρώσεις έχουν κατασκευαστεί σε τρία διαφορετικά επίπεδα και σε κάποια σημεία το πάχος του ενισχυμένου σκυροδέματος φτάνει τα 2,5 μ.

Τη διάθεση των κονδυλίων για την κατασκευή των οχυρών ανέλαβε το Ταμείο Εθνικής Άμυνας και τα ποσά που διατέθηκαν ήταν περισσότερα από αυτά που προέβλεπε η αρχική μελέτη. Ο κύριος λόγος ήταν η αύξηση του αριθμού των οχυρών αλλά και το ότι από την έναρξη της κατασκευής έως την έκρηξη του πολέμου οι τιμές διαφόρων υλικών (τσιμέντο, σίδερο κ.ά.) διπλασιάστηκαν. Μεγάλες δυσκολίες προέκυψαν στην διάνοιξη των στοών που σε σκληρό και βραχώδες έδαφος απαιτούσαν εκρηκτικά και ειδικευμένο προσωπικό που έπρεπε να μεταφέρουν από άλλες περιοχές της χώρας.

Η ΜΥΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΣΕΩΝ

Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε δοθεί στον απόρρητο χαρακτήρα της κατασκευής και στην απόλυτη μυστικότητα όλων των εργασιών. Τα μέτρα που ελήφθησαν για την αποφυγή εχθρικής κατασκοπείας ήταν άριστα και αποδείχθηκε από το γεγονός ότι οι Γερμανοί δεν κατόρθωσαν να μάθουν τίποτε γι’ αυτά τα έργα από τους βούλγαρους συμμάχους τους.

Η επιλογή των εργατών και εργολάβων γινόταν με απόλυτη μυστικότητα και έλεγχο των πολιτικών φρονημάτων τους ενώ προϋπόθεση ήταν να έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις τους.

Διάφοροι τρόποι κάλυψης χρησιμοποιήθηκαν, όπως τεχνητή απόκρυψη με δικτυωτά πλέγματα και λινάτσες, για την εξάλειψη των έντονων φωτοσκιάσεων, ενώ για την κάλυψη κατασκευών, σημείων συγκέντρωσης υλικού, οδών προσπέλασης κ.λπ. η τεχνητή απόκρυψη συμπληρώθηκε με φύτευση δέντρων, φυτών, αναδάσωση και άλλα παρόμοια.

Επίσης, το Γενικό Επιτελείο εισηγήθηκε την έκδοση νόμου που δημιουργούσε ζώνες στις οποίες θα απαγορευόταν η κυκλοφορία ιδιωτών και στρατιωτικών χωρίς ειδική άδεια και η παραβίαση των ζωνών προέβλεπε αυστηρότατες ποινές σαν να επρόκειτο για περιπτώσεις κατασκοπείας. Συγχρόνως οργανώθηκε τμήμα αντικατασκοπείας στην Διοίκηση Φρουρίου Θεσσαλονίκης. Για την από αέρος προστασίας συλλογής πληροφοριών η ΕΒΑ (Ελληνική Βασιλική Αεροπορία) εκτελούσε πτήσεις επάνω από τα έργα για τον έλεγχο της παραλλαγής των τοποθεσιών.

Ο ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ

Για τον εξοπλισμό των Οχυρών το ΓΕΣ αποφάσισε καταρχάς να χρησιμοποιηθεί ο υπάρχων εξοπλισμός εκστρατείας που, αφενός ήταν η πιο οικονομική λύση, αφετέρου σε αυτόν είχε ήδη εκπαιδευτεί το στράτευμα. Στο πλαίσιο αυτό υπήρξαν αρκετές ελληνικές πατέντες και πολλές φορές το υλικό όχι μόνο δεν ήταν υποδεέστερο του αρχικού αλλά καλύτερο και λειτουργικά αρτιότερο. Για παράδειγμα έγιναν ανταλλακτικά οπλικών συστημάτων στα οχυρά που κατασκευάστηκαν ειδικά, ενώ λόγω της έλλειψης αντιαρματικών ναρκών χρησιμοποιήθηκαν βλήματα του πυροβολικού που είχαν μετατραπεί σε νάρκες.

Υπήρχαν διαθέσιμα 166 υδρόψυκτα πολυβόλα Μαξίμ και 2.000 πολυβόλα Σαιντ-Ετιέν αερόψυκτα. Τα 166 πολυβόλα Μαξίμ διατέθηκαν για τα οχυρά Λίσσε και Βώλακος και στα υπόλοιπα δόθηκαν τα πολυβόλα Σαιντ-Ετιέν. Πολλά πυροβόλα τροποποιήθηκαν από τους Έλληνες τεχνικούς για να είναι πιο κατάλληλα για τον πόλεμο εντός των οχυρών. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης όλμοι, βομβιδοβόλα, V.B., ενώ οι άνδρες είχαν τουφέκια Μάνλιχερ και Λέμπελ και αμυντικές χειροβομβίδες. Για αντιαρματική άμυνα αγοράστηκαν 26 αντιαρματικά πυροβόλα από το Γερμανικό εργοστάσιο Ραινμετάλ, τα οποία τοποθετήθηκαν στα οχυρά εντός σκεπάστρων. Αντιαεροπορικά πολυβόλα χρησιμοποιήθηκαν από το στρατό εκστρατείας.

Η Σιβιτανίδειος Σχολή είχε άμεση συμμετοχή επίσης, καθώς στα εργαστήρια της το 1940 γινόταν η μετατροπή και επισκευή οπλισμού από τα ιταλικά λάφυρα της Βορείου Αφρικής, τα οποία έστελναν οι Άγγλοι στην Ελλάδα. Μεγάλο τμήμα αυτού του οπλισμού χρησιμοποιήθηκε από τους μαχητές των Οχυρών.

Ο μικρός στρατός των οχυρών περιλάμβανε και επιπλέον ειδικότητες όπως χειριστές αντιαρματικών πυροβόλων των 37 χιλ., πυροβόλων πλαγιοφυλάξεως, αντιαεροπορικών πυροβόλων, χειριστές των υπόγειων τηλεφωνικών γραμμών, πυροβολητές 6 δακτύλων, πυροβολητές των 120 και 105 Κρουπ. Το 1940 έγιναν ασκήσεις εκτεταμένης διάρκειας για τη λειτουργία των Οχυρών σε πραγματικές συνθήκες πολέμου.

Τα οχυρά απέσπασαν τα ευμενέστερα σχόλια των Γάλλων και των Άγγλων που ξεναγήθηκαν σε αυτά κατά τη διάρκεια της κατασκευής τους, αλλά και των Γερμανών μετά την εισβολή, οι οποίοι δήλωσαν ότι ο Βουλγαρικός στρατός θα ήταν αδύνατο να εισέλθει μόνος του.

Το καθένα από τα οχυρά αυτά έχει και την ιστορία του που χαρακτηρίζεται από τη γενναία αντίσταση των υπερασπιστών του. Πολλά οχυρά έμειναν απόρθητα και παραδόθηκαν στις 10 Απριλίου μετά την υπογραφή του σχετικού Πρωτοκόλλου Συνθηκολόγησης στις 9 Απριλίου 1941.

Η ΓΡΑΜΜΗ ΜΕΤΑΞΑ ΣΕ ΑΡΙΘΜΟΥΣ

Διάνοιξη νέων οδών: 115 χλμ
Αξιοποίηση και επισκευή παλαιών οδών: 92 χλμ
Εκσκαφές επιφανειακών έργων: 16.000 κ.μ.
Εκσκαφές υπόγειων έργων: 291.000 κ.μ.
Εκσκαφές οδοποιίας: 927.000 κ.μ.
Σύνολο οπλισμένου σκυροδέματος: 108.250 κ.μ.
Σύνολο σκυροδέματος μη οπλισμένου: 68.000 κ.μ.
Συνολικό μήκος εξωτερικών υδραγωγείων: 74 χλμ
Συνολικό μήκος εσωτερικών υδραγωγείων: 14 χλμ
Συνολικό μήκος τηλεφωνικών γραμμών εκτός οχυρών: 1.216 χλμ
Συνολικό μήκος τηλεφωνικών γραμμών εντός των οχυρών: περ. 70 χλμ
Συνολικό μήκος ανάπτυξης συρματοπλέγματος: 90 χλμ
Συνολική ποσότητα τσιμέντου: 66.000 τόνοι
Συνολική ποσότητα σιδήρου οπλισμού σκυροδέματος: 12.000 τόνοι
Συνολικό μήκος υπόγειων στοών: 24.000 μ.
Συνολικό μήκος υπόγειων καταφυγίων-θαλάμων: 13.000 μ.
Συνολικό μήκος σωλήνων ύδρευσης: 88.000 μ.

ΔΑΠΑΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ (ΔΡΑΧΜΕΣ 1936)

Ποποτλίβιτσα: 84.822.100
Ιστίμπεη: 58.547.700
Κεχαγιά: 25.722.000
Αρπαλούκι: 36.051.800
Παληουριώνες: 101.223.400
Ρούπελ-Ουσίτα: 111.540.000
Κρατάς: 119.655.200
Κάλη: 100.834.000
Περσέκ: 19.491.400
Μπαμπαζώρα: 39.727.600
Μαλιάγκα: 67.579.300
Περιθώρι: 29.564.000
Παρταλούσκα: 24.098.400
Ντάσαβλη: 7.978.500
Λίσσε: 42.895.800
Πυραμιδοειδές: 22.063.000
Καστίλλο: 14.341.100
Άγ. Νικόλαος: 36.251.200
Μπαρτίσεβα: 52.899.800
Εχίνος: 63.702.700
Νυμφαία: 60.811.600

Σύνολο: 1.119.800.600

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΟΧΥΡΩΝ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ 

Μετά τη λήξη των επιχειρήσεων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά αποτέλεσαν αντικείμενο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος από τους Γερμανούς κατακτητές. Για περίπου δύο χρόνια ειδικά στρατιωτικά και τεχνικά κλιμάκια μελέτησαν τα έργα, αναγνωρίζοντας την υποδειγματική στρατηγική σύλληψη και την άρτια κατασκευαστική τους ποιότητα.

Κατά την περίοδο της κατοχής, οι βουλγαρικές δυνάμεις επιχείρησαν να απενεργοποιήσουν τμήματα της Γραμμής Μεταξά, ανατινάζοντας επιφανειακές εγκαταστάσεις και προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν τον χαλύβδινο οπλισμό των σκυροδεμάτων. Σύντομα, ωστόσο, διαπίστωσαν ότι το κόστος των εκρηκτικών υπερέβαινε κατά πολύ την αξία του μετάλλου που θα αποκόμιζαν. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την εξαιρετική ποιότητα και την αφθονία των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν κατά την κατασκευή των οχυρών.

Μετά την απελευθέρωση και τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, πολλά από τα έργα της Γραμμής Μεταξά συνέχισαν να λειτουργούν ως οχυρωματικές εγκαταστάσεις για την προστασία των βορείων συνόρων της χώρας.

Κατά τη δεκαετία του 1970, ο Ελληνικός Στρατός, σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ, προχώρησε σε εκσυγχρονισμό και αναμόρφωση των οχυρών, ώστε να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες μορφές πολέμου. Πραγματοποιήθηκαν επεμβάσεις και προσαρμογές για τη χρήση σύγχρονων οπλικών συστημάτων, ενώ τα υπόγεια έργα σχεδιάστηκαν να λειτουργούν και ως ασφαλείς χώροι επιχειρήσεων σε περίπτωση πυρηνικού ή χημικού πολέμου. Η θέση τους στα σύνορα μεταξύ του Δυτικού και του Ανατολικού κόσμου συνέβαλε στη θωράκιση της χώρας στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και τη σταδιακή συμφιλίωση των χωρών της Βαλκανικής σε ένα νέο περιβάλλον διεθνών σχέσεων και συνεργασίας, τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά έχασαν σταδιακά τον αρχικό τους στρατηγικό ρόλο. Σήμερα αποτελούν τόπους μνήμης και θαυμασμού ενός ηρωικού αλλά και επώδυνου κεφαλαίου της ελληνικής ιστορίας.

Σήμερα το Λίσσε επιδιώκει να αναδείξει και να «ζωντανέψει» τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, όχι με πολεμοχαρή ή εθνικιστική διάθεση, αλλά με στόχο η επίσκεψη να αποτελέσει μια εμπειρία βιωματικής περισυλλογής, ιστορικής μνήμης και δημιουργικής ψυχαγωγίας.

Βέζμη (Εξοχή) : 1234 άτομα το 1900, 1.004 άτομα το 1913, 1.185 άτομα το 1920, 657 το 1928 (όλοι πρόσφυγες).

Βίρσαν (Βήρσανη) : 184 άτομα το 1900, 144 άτομα το 1913, 110 άτομα το 1920. Το σύνολο του πληθυσμού έφυγε το 1924 στην Τουρκία.

Βίτοβο (Δέλτα) : 340 άτομα το 1900, 318 άτομα το 1913, 305 άτομα το 1920, 102 άτομα το 1928 (όλοι πρόσφυγες).

Βούλκοβο (Χρυσοκέφαλος) : 1.055 άτομα το 1913, 789 άτομα το 1920, 587 άτομα το 1928 (όλοι πρόσφυγες). 

Βώλακας :  894 άτομα το 1913, 806 το 1920, 918 άτομα το 1928.

Γκιουρετζίκ (Γρανίτης) : 500 άτομα το 1900, 481 άτομα το 1913, 387 άτομα το 1920, 385 άτομα το 1928.

Γκιουστερέκ (Χάρακας) : 200 άτομα το 1900, 378 άτομα το 1913, 328 άτομα το 1920, 57 άτομα (όλοι πρόσφυγες) το 1928. Ο οικισμός ερημώθηκε πριν τον Β΄Π.Π.

Λακάβιτσα (Μικροκλεισούρα): 500 κάτοικοι το 1900, 326 άτομα το 1913, 390 άτομα το 1920, 214 άτομα το 1928 (όλοι πρόσφυγες).

Ζίρνοβο (Kάτω Νευροκόπιον) : 2.120 άτομα το 1900, 2.105 άτομα το 1913, 2.186 άτομα το 1920, 2.060 άτομα το 1928.

Ίζμπιστα (Αγριοκερασιά): 440 κάτοικοι το 1900, 650 άτομα το 1913, 584 άτομα το 1920, 136 άτομα το 1928 (όλοι πρόσφυγες). Το χωριό ερημώθηκε το 1951.

Ιστρανέ (Πέρασμα): 284 κάτοικοι το 1900, 282 άτομα το 1913, 196 άτομα το 1920, 17 (όλοι πρόσφυγες) το 1928. Στην απογραφή του 1951 το χωριό βρέθηκε προσωρινά εγκαταλειμμένο.

Καράκιοϊ (Κατάφυτον): 2.000 κάτοικοι το 1905, 1.153 άτομα το 1913, 975 άτομα το 1920, 453 άτομα το 1928.

Κάσιστα (Κριθαρίστρα): 303 άτομα το 1913, 214 άτομα το 1920. Το χωριό εγκαταλείφθηκε το 1928.

Κοστέν (Ψυχρόν) : 205 άτομα το 1913, 129 άτομα το 1920. Το χωριό εγκαταλείφθηκε το 1928.

Κουμανίτσι (Δασωτό): 750 κάτοικο το 1900, 820 άτομα το 1913, 466 άτομα το 1920, 477 άτομα το 1928.

Λακκούδα (Λακάβιτσα) : 326 άτομα το 1913, 390 άτομα το 1920, 46 το 1928. Το χωριό ερημώθηκε τη δεκαετία του 1960.

Λιβαδάκιον (Λιβάντιστα): 656 άτομα το 1905, 482 άτομα το 1913, 265 άτομα το 1920, 123 άτομα το 1928 (όλοι πρόσφυγες) .

Λίσε (Οχυρόν) : 1.409 άτομα το 1913, 1.001 άτομα το 1920, 984 άτομα το 1928.

Λόζνα (Κρεμαστά) : Το 1900 είχε 219 ντόπιους κατοίκους οι οποίοι εγκατέλειψαν το χωριό.

Λόφτσα (Ακρινό) : 1.155 άτομα το 1913, 981 άτομα το 1920, 198 άτομα (όλοι πρόσφυγες) το 1928. Το χωριό ερημώθηκε το 1951.

Μαλούσιστα (Μελισσόμανδρα) : 423 άτομα το 1913, 309 άτομα το 1920, 78 άτομα το 1928. Το χωριό ερημώθηκε το 1951.

Μαχαλετζίκ (Άνω Μυλόρρευμα) : 352 άτομα το 1913, 199 άτομα το 1920, 110 άτομα (όλοι πρόσφυγες) το 1928. Το χωριό ερήμωσε το 1957.

Μοναστιρτζίκ (Εκκλησάκι) : 308 άτομα το 1913, 178 άτομα το 1920, οι οποίοι έφυγαν στην Τουρκία. Το χωριό εγκαταλείφθηκε το 1928.

Μουζντέλ (Μυλόπετρα) : 395 άτομα το 1913, 292 άτομα το 1920, 88 (όλοι πρόσφυγες) το 1928. Το χωριό ερήμωσε το 1951.

Μπελοτίντσα (Λευκόγεια) : 1.361 άτομα το 1913, 1.183 άτομα το 1920, 1.068 κάτοικοι το 1928 (εκ των οποίων 90% πρόσφυγες).

Μπλάτσεν (Αχλαδιά) : 339 άτομα το 1913, 270 άτομα το 1920, 127 κάτοικοι το 1928.

Μπόροβο (Ποταμοί) :1.045 άτομα το 1913, 650 άτομα το 1920, 432 (όλοι πρόσφυγες) το 1928.

Μπουρατζίκ (Βραχοχώρι) : 373 άτομα το 1913, 156 άτομα το 1920. Το χωριό εγκαταλείφθηκε το 1928.

Μπουτίμ (Κριθαράς) : 504 κάτοικοι το 1900, 329 άτομα το 1913, 198 άτομα το 1920 οι οποίοι έφυγαν στη Βουλγαρία. Στο χωριό εγκαταστάθηκαν 26 πρόσφυγες (10 οικογένειες) οι οποίοι σύντομα εγκατέλειψαν το χωριό το 1928.

Ντεμπρετζίκ (Αχλαδομηλιά) : 550 κάτοικοι το 1900, 220 άτομα το 1913, 212 άτομα το 1920, 89 (όλοι πρόσφυγες) το 1928. Στην απογραφή του 1951 το χωριό βρέθηκε προσωρινά εγκαταλειμμένο.

Λακάβιτσα (Μικροκλεισούρα) : 657 άτομα το 1913, 680 άτομα το 1920, 46 (όλοι πρόσφυγες) το 1928.

Ντόλνο Μπρόντι (Κάτω Βροντού): 1.437 άτομα το 1913, 1.102 άτομα το 1920, 844 (εκ των οποίων πρόσφυγες το 90%) το 1928.

Ντόμπλεν (Διπλοχώρι) : 544 άτομα το 1913, 313 άτομα το 1920, 94 «παρόντες δημότες» το 1928. Στο χωριό εγκαταστάθηκαν 21 προσφυγικές οικογένειες. Το χωριό εγκαταλείφθηκε το 1981.

Οστίτσα (Μικρομηλέα): 587 άτομα το 1913, 417 άτομα το 1920, 130 (όλοι πρόσφυγες) το 1928. 

Πεπελές (Μυρσίνερο) :  746 άτομα το 1913, 542 άτομα το 1920, 79 το 1928. Το χωριό ερημώθηκε το 1951.

Πότσαν :. 330 άτομα το 1913, 146 άτομα το 1920, όλοι έφυγαν στην Τουρκία. Το χωριό ερημώθηκε το 1924.

Ράκιστεν (Κατάχλωρον) : 1.043 άτομα το 1913, 698 άτομα το 1920, 200 το 1928. Το χωριό ερημώθηκε το 1951.

Σιδέροβο (Μεσοβούνι) : 296 άτομα το 1913, 247 άτομα το 1920, 85 άτομα το 1928. Το χωριό ερημώθηκε με τον Β΄Π.Π.

Σουρντίλοβο (Σιρτίλοβα) : 232 άτομα το 1913, 144 άτομα το 1920. Το 1924 το χωριό ερημώθηκε. Ο πληθυσμός έφυγε στην Τουρκία.

Στάρετζικ (Πολύλιθον) : 108 άτομα το 1913, 64 άτομα το 1920. Το σύνολο του πληθυσμού έφυγε στην Τουρκία και ο οικισμός ερημώθηκε το 1928.

Στάρτσιστα (Περιθώριο) :  2.518 κάτοικοι το 1900, 1.951 άτομα το 1913, 1.539 άτομα το 1920. 1.337 το 1928.

Τερλίς (Βαθύτοπος) : 2.270 κάτοικοι το 1905, 1.360 άτομα το 1913, 1.191 άτομα το 1920, 681 το 1928.

Τίσοβο (Μαυροχώρι) : 682 άτομα το 1913, 405 άτομα το 1920, 159 το 1928. Το χωριό εγκαταλείφθηκε το 1951.

Τσερέσοβον (Παγονέρι) : 1.092 άτομα το 1913, 668 άτομα το 1920, 341 το 1928. 

Πλούσιο σε διάσπαρτους οικισμούς φαίνεται το Βόρειο Ανατολικό τμήμα της επαρχίας, προφανώς διότι ήταν αναπτυγμένη η κτηνοτροφία και επιπλέον διότι η απόσταση από τα κέντρα διοίκησης παρείχε προστασία από τους διώξεις των Οθωμανών μετά το 1383 όταν κατακτήθηκε το Οροπέδιο.  

© 2025 All rights reserved.